Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2011

Βουκολικό παραμύθι (μέρος δεύτερο)

Ο Δώρος Ν.Τσιμεντώνης δεν πολυγούσταρε τα γλυκά. Δεν ταίριαζαν με το επαγγελματικό του προφίλ. Το μόνο γλυκό που έτρωγε ήταν κουραμπιεδάκια βουτηγμένα σε άχνη αλατιού. Του τά 'φτιαχνε η καμαριέρα του, δεν είχε χρόνο για ρομάντζα και παντρειές.
Η σύσκεψη στο κοινοτικό γραφείο κράτησε ώρες. Έπεσαν στο τραπέζι αρκετές προτάσεις. Ο Τσιμεντώνης πρότεινε την μη οικειοθελή απόρριψη στο ποτάμι με τσιμεντένια πασουμάκια μερικών δεκάδων υπαλλήλων του συνεταιρισμού προς συνετισμό των υπολοίπων, αλλά και γιατί ήταν το κομμάτι της δουλειάς του που απολάμβανε περισσότερο. Η πρότασή του πάντως συνάντησε αντιδράσεις γιατί ο τσαγκάρης του χωριού ήξερε να φτιάχνει μόνο τσαρούχια, είχε μάλιστα μόλις αναλάβει μια παραγγελία για την ποδοσφαιρική ομάδα του χωριού. Άλλοι προεστοί πρότειναν το γκρέμισμα του κτιρίου του συνεταιρισμού και το ξεπούλημα τούβλων, δοκαριών και λοιπών οικοδομικών υλικών. Ο Θράσος Παπαντζόπουλος άκουγε τις προτάσεις σιωπηλός. Παρενέβη μόνο όταν κατατέθηκε πρόταση να πουληθούν στο παζάρι του Αλτζεριού όλες οι πρωτότοκες κόρες των κολλίγων. Επέπληξε τον σύμβουλο που κατέθεσε την πρόταση και εξέφρασε τη σιγουριά του πως οι αλτζερίνοι έμποροι λευκής σαρκός πληρώνουν καλύτερα για αγοράκια.

Όσο διαρκούσε η σύσκεψη οι κολλίγοι που είχαν πάρει πόδι από τα χωράφια στεκόταν άπραγοι στον καφενέ του μπαρμπα-Αφτχιά. Κάνανε πηγαδάκια αναμεταξύ τους και ψιλοκουβέντιαζαν τα νέα του χωριού. Σε μια στιγμή έγινε ένα σούσουρο. Ένας κολλίγος άρπαξε έναν άλλο από το λαιμό.
"Θα σε σκοτώσω ρε μπάσταρδε, πάρτο πίσω τούτο πού'πες".
Ο άλλος πνιγόταν, έβγαζε ρόγχους, τα μάτια του πήγαιναν να πεταχτούν από τις κόγχες.
"Το παίρνω" ψέλλισε κάποια στιγμή.
"Το καταπίνεις;"
Ο πνιγόμενος ένευσε καταφατικά.
"Πες το ρε ζουλάπι: το μπέναλντι πού 'δωσε ο Κοράκης ήταν πέτσινο, πες το".
Χαλάρωσε λίγο το σφίξιμο, ο άλλος επανέλαβε τη φράση ντροπιασμένος.
Την ίδια ώρα οι εργάτες του συνεταιρισμού, φορώντας τα κόκκινα τσόχινα φέσια πακετάριζαν μηχανικά μερικές παλέτες με κρεμμύδια. Άλλοι τα φόρτωναν στο κάρο για να πάνε στα μανάβικα αφού ο συνεταιρισμός προ πολλού δεν ασκούσε εμπορική δραστηριότητα αλλά σκότωνε τα προϊόντα του στους μανάβηδες.

Κατά το βράδυ τελείωσε η σύσκεψη στο κοινοτικό γραφείο. Ο Θράσος γύρισε στο σπιτικό του και ξάπλωσε δίπλα στην κυρά του.
Βούλιαξε σ'ένα παράξενο όνειρο.
Περπατούσε, λέει, στα χωράφια του χωριού όταν ένιωσε πίσω του βήματα. Γύρισε και είδε δυο χοντρά γουρούνια να περπατούν πλάι-πλάι. Τα γουρούνια τον προσπέρασαν χωρίς να του δώσουν σημασία. Το ένα που, παραδόξως, φορούσε γυαλιά γύρισε στο άλλο και του μίλησε με ανθρώπινη λαλιά. (Όνειρο ήταν στο κάτω κάτω, τέτοια παράδοξα συμβαίνουν στα όνειρα ενώ στην πραγματικότητα ποτέ). "Έφαγα όλη τη σοδειά του χωριού κι ακόμα πεινάω" είπε το γουρούνι με τα γυαλιά. Το άλλο γύρισε το κεφάλι του αργά. "Εγώ έκανα μια χαψιά τον κοινοτάρχη, νά'χα μια κοκακόλα θα τον χώνευα καλύτερα". Ο Θράσος έκανε να μιλήσει αλλά δεν τού'βγαινε φωνή. Άκουσε τότε μέσα απ' τα χωράφια μια βοή, συρτή και υπόκωφη. Κοίταξε με τρόμο. Ανάμεσα στα καλαμπόκια και τις γλάστρες με το χασίς ανάδευαν πεσμένα κορμιά κολλίγων. Ένιωσε το χώμα από κάτω του να ρευστοποιείται και να τον τραβά, να βυθίζεται.
Πετάχτηκε απ' το κρεβάτι και φόρεσε τα τσαρούχια του. Βγήκε από το κονάκι και πήγε στο σταύλο. Ο γάϊδαρός του τον περίμενε ήδη σελωμένος. Κάλπασε σαν τον άνεμο, ούτε κατάλαβε για πότε έφτασε έξω από την τράπεζα. Ξεπέζεψε και μπούκαρε κατευθείαν στο γραφείο του κυρίου Αγιοδύτη. Αυτός τον κοίταξε με απορία.
"Τι εμφάνιση είναι αυτή Θράσο; Με τα τσαρούχια κουβαλήθηκες στη δουλειά; Γεμάτος λάσπες; Που είναι τα πράσινα σκαρπίνια σου;" ρώτησε με τσιριχτή φωνή.
"Τα πέταξα" απάντησε λεβέντικα ο Θράσος. Ο άλλος τον κοίταξε αποσβολωμένος.
"Ήρθα να υποβάλλω την παραίτησή μου κύριε Αγιοδύτη. Φτάνει πια με το ξεζούμισμα των συχωριανών μου. Δεν θα αφήσω το χωριό να καταρρεύσει".
"Είσαι βρε στα καλά σου; Τι είναι αυτά που λες;" ρώτησε πιο μαλακά τώρα ο Αγιοδύτης. "Τι θά 'λεγε ρε ο παππούς σου, ο Παπατζής με τ'όνομα κι ο πατέρας σου αν σ'άκουγαν;"
"Φτάνει!" φώναξε ο Θράσος. "Κομμένες οι γέφυρες με το καθεστώς της φαυλοκρατίας". Ο Αγιοδύτης τον κοίταζε τώρα με τρόμο. Η πόρτα άνοιξε, εμφανίστηκε δειλά το ξανθό κεφάλι του κυρίου Γουφομεδούλη κοιτάζοντας με ανοιχτό το στόμα το Θράσο. Τα χοντρά του χείλη έτρεμαν. Ο Θράσος συνέχισε τώρα με μεγαλύτερη ορμή.
"Δε χορτάσατε ακόμα αίμα κύριε Αγιοδύτη και κύριε Γουφομεδούλη; Θέλετε τώρα να φάτε και το τελευταίο ξεροκόμματο των μεροκαματιάρηδων συχωριανών μου; Μου στείλατε και τον Τσιμεντώνη που θέλει να τους κάνει πατητές στο ποτάμι; Τέρμα πια! Ήρθε η ώρα της Αλλαγής. Ναι ρε, της Αλλαγής! Μ' ακούτε; Της Αλλαγής! Της Αλλαγής!"

"Αγάπη μου τον πατέρα σου βλέπεις, μωρό μου; Αγάπη μου! Έϊ, μ'ακούς;". Μια τσιμπιά στα μαλακά μόρια ανατίναξε τον Θράσο. Άνοιξε τα μάτια.
"Ω, ρε πούστη μου, τι εφιάλτης κι αυτός..."

Συνεχίζεται; (Κι αν ναι πως; Προς τα που;)

2 σχόλια:

μαχαιρης είπε...

AAAA...Εφιαλτης ητονε...!!
Λεω και γω...
Τοσα τεστ τον "περασανε"..
Πριν τον κανουνε Κοινοταρχη...Τι διαολο...!!
Δωστε ενα ποτηρι νερο στο παιδι...Βαλτον να κατουρησει...!!
Και του'χω πει του μαλακα...!!
Αμα δυσει ο ηλιος...Δε θα τρως..!!
Τιποτα αυτος...Εκει...!!
Κουραμπιεδακια με αλατι...!!Τον κερασε ο Τσιμεντωνης...!!
Τα χλαπακωσε...!!

blackbedlam είπε...

-Βλέπω ψηλά, μες στους αιθέρες, το Ερεχθείο των Πουλιών.

Λείψανα παλιών άστρων και γωνιές αραχνιασμένες τ' ουρανού σαρώ-
νοντας η καταιγίδα που θα γεννήσει ο νους του ανθρώπου. Αλλά πριν,
ιδού, θα περάσουν γενεές το αλέτρι τους πάνω στη στέρφα γης. Και
κρυφά θα μετρήσουν την ανθρώπινη πραμάτεια τους οι Κυβερνήτες,
κηρύσσοντας πολέμους. Όπου θα χορτασθούνε ο Χωροφύλακας και ο
Στρατοδίκης. Αφήνοντας το χρυσάφι στους αφανείς, να εισπράξουν
αυτοί τον μιστό της ύβρις και του μαρτυρίου. Και μεγάλα πλοία θ' ανε-
βάσουν σημαίες, εμβατήρια θα πάρουν τους δρόμους, οι εξώστες να ρά-
νουν με άνθη τον Νικητή. Που θα ζει στην οσμή των πτωμάτων.

.................................

εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;

-Βλέπω τους Στρατοδίκες να καίνε σαν κεριά, στο μεγάλο τραπέζι

της Αναστάσεως.................................


Σου εμπιστεύομαι ένα μέρος του "προφητικού" λίγο πρίν το δώσω στην δημοσιότητα !!!!

Από το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ του Ελύτη