Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2011

Βουκολικό παραμύθι (μέρος πρώτο)

Ο Θράσος Παπατζόπουλος ήταν ένας φιλήσυχος οικογενειάρχης. Πράος και συγκαταβατικός άνθρωπος, ψηλός κι ευθυτενής, έμενε μακρυά από καυγάδες και κοίταζε το συμφέρον της οικογένειάς του. Ήταν κοινοτάρχης του χωριού Χ, προαστίου της πολιτείας Ψ. Παραδοσιακά, από το σόι του Θράσου έβγαιναν οι περισσότεροι πρόεδροι της κοινότητας, ήταν σα να λέμε οι τοπικοί κομματάρχες.

Εργαζόταν στην πόλη, στην Τράπεζα "Ευαγής Ένωση" η οποία στην πραγματικότητα λειτουργούσε και σαν ενεχυροδανειστήριο. Για τους λεφτάδες οι όροι ήταν ανταγωνιστικοί ενώ της φτωχολογιάς της ρούφαγε το αίμα. Η "τράπεζα" ανήκε στις οικογένειες Γουφομεδούλη και Αγιοδύτη, τα μεγάλα σόγια της πολιτείας, τα οποία είχαν θησαυρίσει -όπως όλοι γνώριζαν- απ' την τοκογλυφία και τη μαύρη αγορά. Ο Θράσος πάντως, αν και μειλίχιος χαρακτήρας, μεταλλάσονταν σε δαιμονισμένο βασιβουζούκο αν άκουγε τη λέξη "ενεχυροδανειστήριο". Γι'αυτόν η δουλειά του στην "τράπεζα" ήταν ιερή πατρική παρακαταθήκη, όπως και ο τίτλος του κοινοτάρχη. Αναντάμ παπαντάμ οι Παπατζοπουλαίοι εργάζονταν στην "τράπεζα" και ταυτόχρονα διοικούσαν το χωριό. Από πάππο σε γιο κι εγγονό. Γιατί να το κρύψουμε, μέσω του κόμματος είχαν ριζώσει στο χωριό κι έτσι και στην "τράπεζα". Ο Θράσος χειριζόταν όλες τις υποθέσεις των συχωριανών του. Ήταν η πολιτική της τράπεζας, κάθε χωριό της περιφέρειας είχε σ'αυτήν τον ντόπιο αντιπρόσωπό του. Για να αισθάνονται οι χωρικοί μια κάποια οικειότητα και νά'χουν, όσο νά'ναι, πιότερη εμπιστοσύνη.
Γεγονός είναι πως ο Θράσος συνέχιζε επιτυχώς την οικογενειακή παράδοση. Αν και ο μειλίχιος χαρακτήρας του δημιουργούσε συχνά την εντύπωση πως ήταν κάπως αργόστροφος στην πραγματικότητα ήταν άριστος στη δουλειά του. Ήταν μια επαγγελματική τακτική, έμοιαζε αγαθός αλλά δεν ήταν. Κατάφερε έτσι να αυξήσει κατακόρυφα το μερίδιό του στο τζίρο της τράπεζας, οι συχωριανοί του ήταν όλοι τους καταχρεωμένοι. Όπως σε κάθε ενεχυροδανειστήριο που παριστάνει την τράπεζα, έτσι και τα αφεντικά της "Ε.Ε." εξέφραζαν δημόσια την ανησυχία τους για το άνοιγμα των χωρικών του Χ ενώ στο πίσω δωματιάκι χάϊδευαν με σκρουτζμακντάκεια ηδονή τις χρυσές λίρες.

Έφτασε μια στιγμή που η φιλαργυρία των Γουφομεδουλαίων και των Αγιοδυταίων και το πάθος τους να μην αφήσουν χωριό για χωριό που να μην το βάλουν στο χέρι, γέμισαν τις αποθήκες με τα τιμαλφή των δανειζόμενων. Κανείς πια δεν ερχόταν για να σκάσει τα διπλά και τρίδιπλα και να πάρει πίσω το τρακτέρ, το ρολόϊ ή την αγκλίτσα του. Στην παραδίπλα πολιτεία είχε ανοίξει κι άλλη τράπεζα-ενεχειροδανειστήριο κι αρκετοί από τους λεφτάδες της πόλης Ψ πρόστρεξαν εκεί για ν'ακουμπήσουν τα λεφτά τους ή να δανειστούν. Φυσικά η "τράπεζα" δεν μπήκε μέσα, τα συσσωρευμένα τιμαλφή όμως έμεναν στα αζήτητα. Άρχισε έτσι να σφίγγει τα λουριά. "Φταίει ο βαρύς χειμώνας" έλεγε από τη μια ο Γουφομεδούλης. Ο Αγιοδύτης κάλεσε στο γραφείο του τον Θράσο.
-"Θράσο, το χωριό σου χρωστά πολλά και δεν πλερώνει. Γράψε ένα όνομα."
-"Μάλιστα κύριε Αγιοδύτη. Αμέσως", είπε ο Θράσος κι έβγαλε το μπλοκάκι του με ταχυδακτυλουργική κίνηση των δακτύλων.
-"Μισό λεπτό, κάπου εδώ τό'χω γράψει" είπε ο κύριος Αγιοδύτης σκαλίζοντας τα τεφτέρια του. "Α, νά'το. Δώρος Ναπολέοντος Τσιμεντώνης. Κάλεσέ τον να σου δώσει ένα χεράκι. Είναι συνεργάτης μας, ειδικός στο σουλούπωμα των οφειλετών."

Γεγονός είναι πως το χωριό Χ ήταν το πιο καταχρεωμένο στην "τράπεζα". Τα περισσότερα βέβαια, αν όχι όλα τα δάνεια του χωριού Χ τα είχαν πάρει οι προεστοί του στο όνομα του αγροτικού συνεταιρισμού, υποτίθεται για να τον εκσυγχρονίσουν. Άλλα πάλι δόθηκαν στους τσιφλικάδες για να πάρουνε καινούργια τρακτέρια. Αντ'αυτού όμως, τα περισσότερα δάνεια κατέληξαν στα μαγαζιά των προεστών, οι δε τσιφλικάδες ροκανίσανε σιγά σιγά το συνεταιρισμό των μικρών παραγωγών κι αφήσανε πίσω κόκκινα τσόχινα φέσια. Πολλοί πάλι φτιάξανε μερακλήδικα κονάκια. Οι υπόλοιποι χωριανοί, οι πολλοί, που δεν είχανε δική τους γη και μαγαζιά αλλά δουλεύανε στα υποστατικά βρέθηκαν ξαφνικά αχρείαστοι στα χωράφια. Ο συνεταιρισμός πήρε να μπατάρει και οι τσιφλικάδες βάλθηκαν να φωνάζουν πως πρέπει να διαλυθεί. Μια ζεστή πρωία ο Τσιμεντώνης κατέφτασε στο χωριό Χ. Πήγε ευθεία στο μπαρμπέρικο, κουρεύτηκε, ξυρίστηκε και κολονιαρίστηκε. Μετά τράβηξε για το κοινοτικό γραφείο. Τον υποδέχτηκαν οι προεστοί και τον τράταραν περγαμόντο.

Συνεχίζεται...

5 σχόλια:

blackbedlam είπε...

Κάτι μου θυμίζει η ιστορική διαδρομή του χωριού χ. Μήπως όμως κάνω λάθος;
ΌΟχι, δεν θα βιαστώ μην εκτεθώ κι΄όλας, γιατί με το κώλυμα που έχω, μπορεί να αρχίσω να ταυτίζω Ονόματα και οικογένειες, συστήματα οικονομικά με παπατζήδες, συσσώρευση κεφαλαίων και υπερπαραγωγή, υπερχρεώσεις και δάνεια, εκβιασμούς και διλήμματα, τρομοκρατίες και και και ....
Γι΄αυτό σου λέω, άσε να δω και το δεύτερο μέρος και ίσως να μας οδηγήσεις σε κάποια διαφορετική ειδυλλιακή περιοχή του ονείρου μακρυά από την διεστραμμένη και αρρωστημένη φαντασίωσή μου.

Ανώνυμος είπε...

DEN EXEI KATHOLOY SEX ?

Ανώνυμος είπε...

μη ξεχάσεις τους βασιλιάδες, δράκους,μάγισσες,γελωτοποιούς

Ανώνυμος είπε...

Οι χωριάτες ήταν αφελείς ή λίγο κουτοπόνηροι και ραγιάδες?

ένας στρατολάτης είπε...

ΒΒ, ένα απλό παραμύθι είναι! Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι υπόθεσις του αναγνωστη!

Νο σεξ τουντέϊ

Μπα, δεν έχει

Απ'ούλα