Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012

Δυο ιστορίες πτώσης

Άνοιξες το παράθυρο και πέρασες το πόδι πάνω από την κουπαστή. Το χέρι σου γαντζωμένο στο κούφωμα δοκίμασε την αντοχή του. Σιγουρεύτηκες πως θα αντέξει τη λαβή σου. "Για όσο χρειαστεί". Ξεθάρρεψες κι έριξες λίγο περισσότερο βάρος πάνω απ' το κενό. Οι κλειδώσεις σου έτρεμαν, προσπάθησες να τις ελέγξεις. Πίσω σου κάποιος θόρυβος. Κάποιος μπήκε στο γραφείο σου. Σε είδε και κάτι ψέλλισε μην πιστεύοντας αυτό που έβλεπε.
"Μην πλησιάζεις" φώναξες ρίχνοντάς του μία μόνη ματιά. Για κάποιο λόγο αυτή η ματιά ήταν το πρώτο πράγμα που φοβόσουν εξαρχής. Η ματιά που θα συναντούσε το βλέμμα του πρώτου θεατή. "Θα πέσω, δεν αντέχω άλλο", είπες σχεδόν έξαλλος. Για δυο δευτερόλεπτα αφουγκράστηκες για κάποιον αντίλαλο της φράσης σου που δεν ήρθε ποτέ. Άλλο; Γιατί; Πως ζυγίζεται ότι έχεις αντέξει;
Ένας περαστικός σ'έπιασε στην άκρη του ματιού του. "Τι κάνει αυτός;". Τό'πε δυο τρεις φορές. Την τρίτη το άκουσες συμπληρωμένο μ' ένα "Θα πέσει ο μαλάκας". Κοίταξες κάτω τους διαβάτες σα νά'ταν αυτοί το θέαμα κι όχι εσύ. Κάποιοι στάθηκαν, κάποιοι συνέχιζαν να περπατούν αδιάφοροι. Τα αυτοκίνητα περνούσαν με απαράλλαχτη ροή. Δεν ήσουν του ενδιαφέροντός τους. Μέτρησες τους περαστικούς που μαζεύονταν. Ξαφνικά ένιωσες το δέος του πρωτόβγαλτου σε ακροατήριο. Δεν ήσουν καλός σ'αυτά. Προτιμούσες να ακούς παρά να μιλάς. Κι όμως ήδη το κοινό σου σε περίμενε. Ίσως και να σε χειροκροτούσε αν έμενε ικανοποιημένο. Για κάποιους το αδιέξοδό σου ήταν ήδη μια κάποια διέξοδος. Κοίταξες προς τα μέσα. Στην πόρτα στριμώχνονταν μουγγοί τέσσερις πέντε συνάδελφοι. Πίσω τους σούσουρο. Μπήκε η Σ. σπρώχνοντας και σε κοίταξε κάτωχρη. Είχατε μια σχέση κάπως πιο ζεστή, μιλούσατε για τα παιδιά σας, μάλλον μονολογούσατε εδώ που τα λέμε, χαμογελώντας κι ανταλλάσοντας τυπικά εγκώμια. Πιάνατε που και που και τα πολιτικά, τα συμφωνούσατε κι εκεί για κλέφτες και προδότες, ήταν να πάτε και στη διαδήλωση αλλά έτυχαν άλλα. Καπνίζατε κι ίδια μάρκα τσιγάρα.
"Τι πας να κάνεις;" σου είπε τρέμοντας. "Τα παιδιά σου τα σκέφτηκες;"
Όχι πως δεν τά 'χες σκεφτεί. Αλλά σάμπως τό 'χες προετοιμάσει κιόλας; Περίμενες μήπως πως θα βρισκόσουν έτσι, με μια μονοκοντυλιά στο δρόμο; Με σκάρτες δυο δραχμές στην άκρη και τις υποχρεώσεις να σε πνίγουν, να σε λυγίζουν, να σε ρουφάνε στον ξύπνιο και στον ύπνο. Κάτι πήγες να πεις μα γύρισες απότομα απ' την άλλη. Σφίχτηκες. "Όχι ρε πούστη μου, δε θα κλάψεις". Το επανέλαβες μέσα σου επιτακτικά, πολλές φορές. Δεν μπόρεσες να το ελέγξεις. Η εικόνα έσπρωξε τα "μη" και κατέλαβε τη σκέψη σου. Στη μέση τα παιδιά σου, σε πόζα αναμνηστικής φωτογραφίας. Γύρω τους θρύψαλα ο κόσμος σου, αυτός πού 'χες στήσει με κρύσταλλα πολύχρωμα, στοιχισμένα με προσοχή. Μόνο που είχες ξεχάσει να τον στερεώσεις. Μόνο που πιο πολύ είχες ξεχάσει να στερεώσεις εσένα. Αγκάλιασες το κούφωμα του παραθύρου κι έγειρες πάνω του. Ακόμα και τώρα έκλαιγες και για τα κρύσταλλα. Αν λίγο χαλάρωνες το σφίξιμο του χεριού, αν λίγο έγερνες πιο έξω. Τα υπόλοιπα θα τά 'κανε το βάρος σου. Είκοσι μέτρα πιο κάτω θά 'σπαζες, γυάλινος και συ. Κι από πάνω σου τα βάρη σου θα γίνονταν καπνός. Κι έτσι δεν θα σου έλλειπε πια ο αέρας κι ο ύπνος. Και τα παιδιά σου; Κι η μάνα σου; Κι η γυναίκα σου;
Δεν τό' χες προετοιμάσει καλά. Δεν ήσουν τόσο αποφασισμένος όσο απελπισμένος. Είπες θά 'ρθουν τα κανάλια, να μάθει ο κόσμος. Να μάθει ο κόσμος, να "ξυπνήσει" κι έπειτα να κατέβεις. Τώρα, μισοκρεμασμένος, τό 'βλεπες πιο καθαρά. Θά 'σουν το θέαμα των μία και μισή. Μετά διαφημίσεις κι εκπομπές μαγειρικής, σ' έμαθαν, σε ξέχασαν. Αν έπεφτες στο κενό θά 'χες σίγουρο μερίδιο στο δελτίο των οκτώ. Το πλήθος κάτω σε κοιτούσε, απαιτούσε να αποφασίσεις. Ποιο θέαμα θες νά 'σαι; Άντε γιατί έχουμε και δουλειές. Στο βάθος ακούγονταν σειρήνες. Πυροσβεστική ή αστυνομία; Ποτέ δεν το ξεχώριζες.
Σά ν' άκουσες γέλια. Αν έκανες πίσω θα γινόσουν περίγελως. Όχι, κλάματα ήταν. Των λίγων που θά 'κλαιγαν για σένα αν έκανες μπρος.
Έστρεψες το κεφάλι σου στον ουρανό. Τη μόνη διαφυγή απ' τα σαγόνια που κομμάτιαζαν τις σάρκες σου.

________________________________________________________________

Ο εικοσιεξάχρονος νεοϋορκέζος John Warde έμελε στις τελευταίες έντεκα ώρες της ζωής του να αποτελέσει -ακούσια- το υπερθέαμα της ημέρας για δέκα χιλιάδες συμπολίτες του. Το πρωί της 26ης Ιουλίου 1938 βγήκε στο περβάζι του 17ου ορόφου του ξενοδοχείου Gotham απειλώντας να πέσει στο κενό. Παρά τις προσπάθειες αστυνομικών, ψυχολόγων και ειδικών διαπραγματευτών τελικά έπεσε το βράδυ της ίδιας ημέρας. Έντεκα ώρες μετά την έξοδό του.
Την εποχή εκείνη δεν υπήρχε τηλεοπτική κάλυψη των γεγονότων αλλά η τεχνολογία εκδικείται. Πρόσφατα βγήκε στις αίθουσες χολυγουντιανή ταινία "εμπνευσμένη" από το γεγονός, από την οποία βέβαια δεν θα μπορούσε να απουσιάζει και το απαραίτητο μανούλι.
Οι παρακάτω φωτογραφίες αλιεύτηκαν στο μπλογκ του FirstTimeUser.


(Αυτονόητο είναι πως το ποστ αυτό ανεβαίνει μόνο αφού επιβεβαιώθηκε πως αμφότεροι οι παρ' ολίγο αυτόχειρες του ΟΕΚ αποχώρησαν χωρίς να πραγματοποιήσουν την απειλή τους. Επιπλέον δεν αποτελεί αφ' υψηλού κριτική, ούτε έχει να κάνει με τις άγνωστες σ' εμένα προσωπικές ιστορίες τους. Ελπίζω να είναι σαφές το -προφανές σ' εμένα!- αντικείμενο του σχολιασμού του)

7 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

κορυφαίο Στρατολάτη !
εσύ το έγραψες ?

Taliban

ένας στρατολάτης είπε...

Ψάχνω για νέες καριέρες. Αν δεν πιάσει θα δοκιμάσω να ποστάρω προκλητικές φωτογραφίες μου!
Μερσί πάντως για την υπερβολή.

Ανώνυμος είπε...

δεν ήταν υπερβολή.
Διαβάζω καλή λογοτεχνία και έχω ένα κάποιο αισθητήριο.
Το δεύτερο που σκέφθηκα ήταν γιατί δεν το στέλνεις στον Ριζοσπάστη για δημοσίευση ?

Taliban

ένας στρατολάτης είπε...

Φίλε Ταλιμπάν στην ηλικία μου δε δικαιούμαι να παριστάνω το φέρελπι επειδή μπορώ να βάλω τρεις λέξεις σε σειρά. Υπάρχουν μπλόγκερς που γράφουν αριστουργηματικά. Σ' ευχαριστώ πάντως.

lovegold είπε...

γράφεις αριστουργηματικά! (ανώνυμος νο.2)
2 'υπερβολές' στη σειρά ίσως σε πείσουν!

lovegold είπε...

ουπς δεν κράτησα την ανωνυμία μου...

ένας στρατολάτης είπε...

Πρέπει ν'ανεβάσω νέο ποστ άμεσα γιατί όπου νά'ναι θα σκάσει μύτη κι η μάνα μου!