Πέμπτη, 31 Ιουλίου 2014

Please don't scare the birds

Μέχρι και λίγες δεκαετίες πριν το τέλος του εικοστού αιώνα, στα ορυχεία χρησιμοποιούσαν πουλιά (κυρίως καναρίνια) για να ελέγχουν τα επίπεδα των τοξικών αερίων. Ειδικά το μονοξείδιο του άνθρακα, ως άοσμο και άγευστο, ήταν ο μεγαλύτερος εχθρός των ανθρακωρύχων (μετά τα αφεντικά τους). Τα πτηνά είναι πιο ευαίσθητα από τον άνθρωπο στην έκθεση σε τοξικά αέρια. Όταν σταματούσαν να κελαηδούν σήμαινε συναγερμός εκκένωσης. Είναι νομίζω εντυπωσιακό το ότι κατάφερναν να κελαηδούν μέσα στις σκοτεινές στοές, αλλά προφανώς λειτουργούσε.


Τη φωτογραφία αυτή αλίευσα στο blog του firsttimeuser, και έρχεται από το 1908. Απεικονίζει μια σκηνή σε ανθρακωρυχείο στο οποίο εργάζονταν παιδιά. 
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το εικαστικό κομμάτι:


Κεντρικό μήνυμα είναι το "Κλείστε την πόρτα". Ένα μήνυμα μάλλον επαγγελματικού ενδιαφέροντος, τύπου "Απαγορεύεται η μεταφορά ατόμων με παλετοφόρο" ή "Παρακαλείστε να τραβάτε το καζανάκι". Ένα τέτοιο μήνυμα (το δεύτερο, όχι το πρώτο) υπάρχει και σε δικό μου χώρο εργασίας και έχει επίσης φιλοτεχνηθεί περιμετρικά όπως και αυτό της ανωτέρω φωτογραφίας. Όχι όμως με τέτοιο μεράκι. Αντί να πηγαίνουν σχολείο ή να ζωγραφίζουν μαζί με τη μαμά, τα παιδιά των ορυχείων έμπαιναν (και μπαίνουν) στη βιοπάλη από πολύ νωρίς. Αντί για τέμπερες και μπλοκ ζωγραφικής περιορίζονταν σε κιμωλίες και ξύλινες πόρτες, όποτε και αν προλάβαιναν.
Το "Παρακαλώ μην τρομάζετε τα πουλιά" έχει μάλλον κι αυτό να κάνει με επαγγελματική πρόνοια. Υποθέτω ότι προνοεί ώστε η όποια αλλαγή της συμπεριφοράς των πουλιών να οφείλεται στους παράγοντες κινδύνου του ορυχείου.
Τα πουλιά είναι το βασικό στοιχείο της φωτογραφίας. Ως μοτίβο είναι πολύ δημοφιλές στα παιδιά, πόσο μάλλον σ' αυτά που εντελώς αφύσικα, όπως και τα πουλιά εξάλλου, χώνονταν μες στα ορυχεία. Το αφύσικο του πράγματος θα έκανε τα παιδιά να νιώθουν μια συγγένεια με τα πουλιά. Νομίζω ότι αυτό φαίνεται στο εικαστικό αποτέλεσμα, το οποίο είναι έτσι κι αλλιώς θαυμάσιο. Όλα τα πουλιά πετούν προς τα κάτω, κυνηγώντας την τροφή τους.
Ο τρόπος που αποδίδονται πάντως, τα φτερά δηλαδή σε κάθετη διάταξη ενώ ο κορμός σε οριζόντια, είναι μια καλλιτεχνική παραδοχή που συναντάται ακόμα και σε αρχαϊκά μοτίβα.


Το ερώτημα είναι, μέχρι πότε τα σύγχρονα δυτικά παιδιά θα ζωγραφίζουν σε "φυσικές" επιφάνειες.

Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2014

Τσουκότκα

Αν είχα άπλετο χρόνο (και χρήμα) θα περνούσα τη μισή ζωή μου σε ταξίδια. Όχι από αυτά που ξεκινούν με την παραλαβή του προγράμματος από το γραφείο ταξιδίων, αλλά από αυτά που ξεκινούν με το άνοιγμα του χάρτη μέσα στο αυτοκίνητο (ή πάνω στο δίτροχο).
Είναι μεγάλη βέβαια η διαδρομή μέχρι την Τσουκότκα αλλά αν θες να γράψεις τη λέξη ταξίδι με κεφαλαία, πρέπει να ταξιδέψεις μέχρι εκεί. Η Σιβηρία μου ασκεί έντονη έλξη. Έτσι όπως δεσπόζει στο χάρτη, μια αχανής, αραιοκατοικημένη, άγρια περιοχή, με τα πιο μυστηριώδη παράλια επί γης, όπως τουλάχιστον τα έχω στο μυαλό μου. Αυτό κυρίως θα ήθελα να κάνω. Να πιάσω τα παράλια από το Μουρμάνσκ και να φτάσω μέχρι την Τσουκότκα. Κι όταν τελειώσει η εξερεύνηση, να μπω στη βάρκα για να εξερευνήσω τα -ακόμα πιο μυστηριώδη- νησιά του σιβηριανού αρκτικού.
Το μόνο πρόβλημα είναι ότι δεν έχω χρόνο και χρήμα κι είμαι ένας αλυσσοδεμένος μικροαστός.

Πως μού 'ρθε τώρα η Σιβηρία;
Είδα χτες βράδυ την θαυμάσια ταινία του Αλεξέι Ποπογκρέμπσκι "Πως τέλειωσε αυτό το καλοκαίρι" (2010). Δεν είναι απαραίτητο να γυρίσει κανείς στο ασπρόμαυρο σινεμά για να πετύχει μια ταινία της προκοπής. Αρκεί να μην μένει κολλημένος σε αξιώματα και εμμονές.
Η ταινία διαδραματίζεται σ' ένα απομονωμένο μετεωρολογικό σταθμό νησιού της Αρκτικής στην Τσουκότκα. Το τοπίο είναι εκπληκτικό, εύκολη δουλειά για τον φωτογράφο. Στο σταθμό συμβιώνουν δύο άνδρες, ο νεαρός Πάβελ και ο έμπειρος Σεργκέι. Είναι καλοκαίρι, μέχρι να φτάσει το φθινόπωρο ο ήλιος δεν θα βασιλέψει. Κατά τη διάρκεια της ατέλειωτης μέρας οι δύο άνδρες ακολουθούν ένα αυστηρό πρόγραμμα μετρήσεων, αναφορών και ύπνου. Ακόμα και στις εσχατιές της γης, η ρουτίνα είναι ρουτίνα. Με τη ρουτίνα όμως μόνο, δεν γίνεται ταινία. Οι πρωταγωνιστές δίνουν τις μετρήσεις τους μέσω ασυρμάτου. Μέσω ασυρμάτου ο Πάβελ μαθαίνει ότι η οικογένεια του Σεργκέι χάθηκε σε τραγικό δυστύχημα. Ο Σεργκέι εν τω μεταξύ απουσιάζει (σπάζει τη ρουτίνα) για ψάρεμα. Από το σημείο αυτό η τραγική ειρωνεία ακολουθεί ένα δρόμο κορύφωσης, βασανιστικό σχεδόν για το θεατή. Καθώς ο Πάβελ αποφασίζει να μην ενημερώσει το Σεργκέι. Είναι ένα καθήκον υπό το βάρος του οποίου λυγίζει. Ας μην τα γράψω όμως όλα.
Με ένα εκπληκτικό τοπίο, την ερημιά και δύο άνδρες, ο σκηνοθέτης έστησε μια σύγχρονη, λιτή τραγωδία. Πραγματεία περί του φόβου, των σχέσεων, της απώλειας. Τα γονίδια του σοβιετικού κινηματογράφου δεν χάνονται. Μια μικρή ατέλεια σημείωσα μόνο αλλά δεν θα την πω.

Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2014

Διάλογοι αθωότητας

Η ιδέα για το ίντερνετ φύτρωσε σε αμερικάνικους εγκεφάλους εν μέσω ψυχρού πολέμου. Ένα ευρύ δίκτυο επικοινωνίας θα επιτάχυνε τη διασπορά πληροφοριών και θα τους έδινε το συγκριτικό πλεονέκτημα έναντι των σοβιετικών.
Τελικά υλοποιήθηκε από πανεπιστήμια. Και μέσα σε τρεις δεκαετίες κατέκλυσε τον κόσμο, αλλάζοντας τη μορφή της επικοινωνίας, ανοίγοντας λαμπρό πεδίο δόξης στις μπίζνες και βγάζοντας τα "αγαπητά μου ημερολόγια" σε δημόσια θέα.
Έτσι σήμερα αν θέλεις να κάνεις παράπονα σ' ένα φίλο σου ή μια φίλη σου δεν του χτυπάς την πόρτα ή το τηλέφωνο. Αλλάζεις την κατάσταση στο φέισμπουκ ή ανεβάζεις ένα διφορούμενο και τριφορούμενο ποστ κι είσαι εντάξει με τον εαυτό σου.
Στο κάτω κάτω πάντα εκεί ήταν το ζητούμενο, ανεξαρτήτως εποχών και μέσων. Αθωώθι σαυτόν.

Πέμπτη, 3 Ιουλίου 2014

Αναμνήσεις απ' τη ΔΕΗ

"Μπαμπά θα με πάρεις σήμερα στη δουλειά;"
Τό 'χουν για διασκέδαση να έρθουν στο γραφείο. Να τρέχουν δώθε κείθε στους διαδρόμους,  να ζητήσουν πατατάκια, χυμό, κρουασάν, παγωτό, να παίξουν στον υπολογιστή κι έπειτα να φορτωθούν στους πρόθυμους συναδέλφους.

Θυμάμαι όταν μ' έπαιρνε ο πατέρας μου στη δουλειά.
Ήταν μηχανουργός στον υποσταθμό της ΔΕΗ στην Ερμούπολη. Στην άκρη της πόλης, μετά τα κουφάρια των παλιών εργοστασίων. Ο υποσταθμός ήταν ένα μεγάλο κουτί. Άνοιγες μια συρτή πύλη και ξεχύνονταν το πανδαιμόνιο των τεσσάρων (ή έξι;) ντιζελογεννητριών. Δε νομίζω ότι υπάρχει δυνατότερος θόρυβος στο σύμπαν, ίσως μόνο το Μπιγκ Μπανγκ. Δεξιά, πίσω από τη τζαμαρία βρίσκονταν τα γραφεία. Έκλεινες τη πόρτα πίσω σου και βούιζαν τ' αυτιά σου. Όπως όταν έμπαινες στους ηχομονωμένους θαλάμους του ΟΤΕ με τις τρυπίτσες, στο πολλαπλάσιο όμως. Πίσω δεξιά ήταν το μηχανουργείο, το "γραφείο" του μπαμπά. Στη μέση είχε τον τόρνο με τον οποίο έφτιαχναν αντίγραφα των κατεστραμμένων εξαρτημάτων των γεννητριών. Γύρω γύρω πάγκους γεμάτους εργαλεία και μουτζουρωμένα στουπιά, με τα οποία φρόντιζα να γίνομαι μαντάρα.
Το εργοστάσιο ήταν σχεδόν στην εξοχή. Μια μέρα στη δουλειά του μπαμπά σήμαινε παιχνίδι γύρω από το εργοστάσιο. Από τη μάντρα του γηπέδου του ΑΟ Σύρου, μέχρι το καρνάγιο στην αποκάτω ακτή.
Έπειτα ο πατέρας μου μετατέθηκε στο Αγρίνιο. Στην κατασκευή του υδροηλεκτρικού σταθμού του Στράτου. Εκεί κι αν άξιζε να σε πάρει στη δουλειά! Βρέθηκα μέσα στο βουνό, όταν σκάβονταν οι τελευταίες στοές. Θυμάμαι την απίστευτη σε μέγεθος αίθουσα, λίγο πριν αρχίζουν να τοποθετούν τα μηχανήματα. Κούφιο βουνό, πραγματικά. Τον αέρα να σφυρίζει στις τεράστιες σκοτεινές στοές απορροής. Τους υδροστρόβιλους, άρτι τοποθετημένους. Όλα τεραστίου μεγέθους. Κι έπειτα, με το εργοστάσιο πια να λειτουργεί, το υπερθέαμα του ανοίγματος των τουρμπίνων, όταν τεράστιοι όγκοι νερού έπεφταν στους στρόβιλους κι έβγαιναν με ορμή και βρόντο δεκάδες μέτρα κάτω από τα κάγκελα στα οποία στεκόμασταν γαντζωμένοι για να μη μας ρίξει κάτω ο αέρας που μετατοπίζονταν βιαίως. Θυμάμαι και πόση εντύπωση μου έκανε ο πίνακας με τα εκατομμύρια κουμπάκια, μετρητές, διακόπτες και άλλα κερατλίκια. Υπέθετα ότι ο πατέρας μου κι οι συνάδελφοί του θα ήταν ασφαλώς σοφοί για να μπορούν να χειρίζονται αυτό το υπερχειριστήριο.
(Κι έπειτα σου λέει ο γιος μου "πάρε με στη δουλειά". Να σου δείξω τι μωρέ; Τα ξεβαμμένα πλήκτρα του πισί ή τα αθώα μουτζουρωμένα Α4;)

Ξαναγυρίζω και θυμάμαι τους συναδέλφους του πατέρα μου. Το Γιάννη, το Γιώργο, τον Τέλη. Όπως κι ο πατέρας μου πρόωρα χαμένοι από καρκίνο. Πολύ πιο πρόωρα αυτοί. Μήπως γιατί χωνόταν στα ηλεκτρομαγνητικά πεδία των ισχυρών γεννητριών απροστάτευτοι; Μήπως τους έφαγε η χρόνια κυλιόμενη βάρδια; Μήπως τους έφαγε η στοά; Ή μήπως τυχαία;

Αυτοί κι άλλοι χιλιάδες την έφτιαξαν τη ΔΕΗ. Οι εναερίτες που γκρεμίστηκαν, οι εργάτες των στοών. Η ΔΕΗ δεν είναι πίτσα πεπερόνι απ' το πετυχημένο μαγαζί του αλήτη που κυβερνά, ούτε παντεσπάνι από αυτό που τρώνε οι αλήτες συντάκτες και σχολιαστές του Capital, για να κοπεί σε κομματάκια.
Είναι μια επιχείρηση που πρέπει να είναι κρατική και να προσφέρει φτηνό ρεύμα στο λαό. Όπως και η ΕΥΔΑΠ με το νερό. Όχι σαν τις σημερινές εισηγμένες που κλείνουν το διακόπτη όταν καθυστερεί η πληρωμή.
Αν θέλετε να κάνετε κάτι κομμάτια, κάντε τη σφηκοφωλιά της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το κεφάλι σας.